Η 25η Μαρτίου είναι διπλή γιορτή. Θρησκευτική και εθνική μαζί.
Είναι θρησκευτική γιατί εκείνη τη μέρα ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε στη γη, πρόσφερε στην Παναγία ένα άσπρο κρίνο και Της είπε την χαρούμενη είδηση ότι θα γίνει η μητέρα του Χριστού.
Είναι εθνική γιορτή γιατί αυτήν την ημέρα στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας οι Έλληνες, πριν από πολλά χρόνια ορκίστηκαν «Λευτεριά ή Θάνατος». Οι Έλληνες που ήταν σκλαβωμένοι 400 ολόκληρα χρόνια, άρπαξαν τα όπλα, πολέμησαν γενναία και έδιωξαν τους εχθρούς από την Ελλάδα. Έτσι ελευθερωθήκαμε.
Αυτές τις ημέρες θυμόμαστε τους ήρωες του 1821, όπως τον Κανάρη, τον Κολοκοτρώνη, τον Αθανάσιο Διάκο, την Μπουμπουλίνα, την Μαντώ Μαυρογένους κι άλλους.
Εμείς όμως δεν θέλουμε να μιλήσουμε με ξύλινο λόγο για το τι γιορτάζουμε αυτήν την ημέρα, γιατί όλοι λίγο πολλοί γνωρίζουμε, είτε μέσα από τα μαθητικά μας χρόνια είτε μέσα από τις καθημερινές μας αναζητήσεις. Αυτό που θέλουμε να θίξουμε εδώ είναι ένας προβληματισμός για το σήμερα.
Εμείς, οι τωρινοί Έλληνες, είμαστε οι συνεχιστές τους ή αδιαφορούμε;
Μήπως δεν έχουμε καταλάβει ότι μέρα τη μέρα ξεχνάμε τις ρίζες, την προέλευσή μας και είμαστε σα χαμένοι, μη μπορώντας να αποφασίσουμε ποια είναι η ταυτότητά μας; Χιλιάδες τα ξένα και εγχώριας παραγωγής παραπλανητικά θεάματα και ακούσματα, οικείες πια οι απάνθρωπες συμπεριφορές! Μας έχουν κατακλύσει με την καθημερινή τους προβολή. Τις συνηθίσαμε, τις δικαιολογούμε και σχεδιάζουμε τη ζωή μας βασιζόμενοι σε αυτές! Πώς λοιπόν συμβαίνει να νοιώθουμε περηφάνια όταν κερδίζει η εθνική μας και να ντρεπόμαστε να ακούσουμε δημοτικά τραγούδια; Γιατί καμαρώνουμε όταν γνωρίζουμε τη ζωή και τη ματαιοδοξία των «ειδώλων» της τηλεόρασης και δεν αισθανόμαστε άβολα όταν αγνοούμε τη ζωή, τους αγώνες και το έργο σημαντικών Ελλήνων και όχι μόνο, που είναι αποκλεισμένοι από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης γιατί δεν είναι εμπορεύσιμοι;
Εμείς, οι τωρινοί Έλληνες, είμαστε οι συνεχιστές τους ή αδιαφορούμε;
Μήπως δεν έχουμε καταλάβει ότι μέρα τη μέρα ξεχνάμε τις ρίζες, την προέλευσή μας και είμαστε σα χαμένοι, μη μπορώντας να αποφασίσουμε ποια είναι η ταυτότητά μας; Χιλιάδες τα ξένα και εγχώριας παραγωγής παραπλανητικά θεάματα και ακούσματα, οικείες πια οι απάνθρωπες συμπεριφορές! Μας έχουν κατακλύσει με την καθημερινή τους προβολή. Τις συνηθίσαμε, τις δικαιολογούμε και σχεδιάζουμε τη ζωή μας βασιζόμενοι σε αυτές! Πώς λοιπόν συμβαίνει να νοιώθουμε περηφάνια όταν κερδίζει η εθνική μας και να ντρεπόμαστε να ακούσουμε δημοτικά τραγούδια; Γιατί καμαρώνουμε όταν γνωρίζουμε τη ζωή και τη ματαιοδοξία των «ειδώλων» της τηλεόρασης και δεν αισθανόμαστε άβολα όταν αγνοούμε τη ζωή, τους αγώνες και το έργο σημαντικών Ελλήνων και όχι μόνο, που είναι αποκλεισμένοι από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης γιατί δεν είναι εμπορεύσιμοι;
Μήπως συνηθίσαμε τις φωνές και τους καυγάδες στα τηλεοπτικά παράθυρα και έχουμε λησμονήσει το πώς γίνεται ένας σωστός διάλογος; Έχουμε άραγε κάνει κτήμα μας τα ονομαζόμενα «ελληνικά» τραγούδια με τον ξένο στίχο και τη μουσική και ξεχάσαμε τη γλώσσα μας; Τη μουσική μας; Και όλοι εκείνοι που επιζητούν και ενισχύουν την κακώς εννοούμενη παγκοσμιοποίηση, που συνεπάγεται την αλλοτρίωση των χαρακτηριστικών του κάθε έθνους, σε τι διαφέρουν από τους κατακτητές;
Ένας μαθητής της Έκτης Δημοτικού έγραψε πριν λίγα χρόνια:
«Τι θα ήμασταν σήμερα αν αυτοί οι άνθρωποι τότε δεν αποφάσιζαν να επαναστατήσουν; Ίσως ακόμη σκλάβοι στους Τούρκους.
Χωρίς τύψεις συνειδήσεως πιάνουμε στα χέρια μας τα σπρέι και λερώνουμε τα αγάλματά τους και τα Ηρώα. Ακόμα και τη σημαία της Ελλάδος οι σημερινοί νέοι χωρίς ντροπή την βάζουνε φωτιά. Βέβαια θα με ρωτήσετε «Και τι να κάνουμε για να αποδώσουμε τιμή σε αυτούς τους αγωνιστές;» Να διαβάζουμε την ιστορία του τόπου για να μην έρχονται οι ξένοι και να μας μιλάνε για την ιστορία μας και να την πλάθουν όπως αυτοί θέλουν και εμείς να λέμε «Ναι, έτσι είναι».
«Τι θα ήμασταν σήμερα αν αυτοί οι άνθρωποι τότε δεν αποφάσιζαν να επαναστατήσουν; Ίσως ακόμη σκλάβοι στους Τούρκους.
Χωρίς τύψεις συνειδήσεως πιάνουμε στα χέρια μας τα σπρέι και λερώνουμε τα αγάλματά τους και τα Ηρώα. Ακόμα και τη σημαία της Ελλάδος οι σημερινοί νέοι χωρίς ντροπή την βάζουνε φωτιά. Βέβαια θα με ρωτήσετε «Και τι να κάνουμε για να αποδώσουμε τιμή σε αυτούς τους αγωνιστές;» Να διαβάζουμε την ιστορία του τόπου για να μην έρχονται οι ξένοι και να μας μιλάνε για την ιστορία μας και να την πλάθουν όπως αυτοί θέλουν και εμείς να λέμε «Ναι, έτσι είναι».
Ακόμα και όταν στην τηλεόραση παραποιούν την ιστορία μας να μην δεχόμαστε εμείς, ο καθένας μας να βλέπει αυτά τα έργα. Να παρελαύνουμε με καμάρι.»
Κάπως έτσι μάλλον, λέμε εμείς, φτάσαμε σήμερα στο σημείο να είμαστε έτοιμοι να πούμε με μεγάλη ευκολία και χωρίς τύψεις, το «ναι» στο ξεπούλημα της Μακεδονίας μας. Θεωρούμε ότι ένα τέτοιο ζήτημα δεν μας ακουμπά, δεν μας αφορά. Βλέπουμε μόνο όσα είναι ακριβώς μπροστά μας και δεν κάνουμε τον κόπο να ψάξουμε να δούμε τι κρύβεται παραπέρα. Ευτυχώς που οι επαναστάτες του 1821 είχαν άλλες αντιλήψεις και φτάσαμε στο σημείο να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι. Η ουσία όμως, δεν βρίσκεται στους ωραίους λόγους που εκφωνούνται μια τέτοια ημέρα, ούτε στα αφυπνιστικά λόγια. Το νόημα και το μυστικό κάθε μεγάλου έργου φωλιάζει στις αποφάσεις και τις πράξεις μας. Η επιλογή, σήμερα όπως και τότε, το 1821, είναι δική μας!
Σαν να ακούγεται ακόμη η φωνή του Κωστή Παλαμά να μας παρακινεί:
«Αυτό το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλο κανένα. Μεθύστε από το αθάνατο κρασί του ‘21»!

